Γεώργιος Χορτάτσης, Ἐρωφίλη

Ἐρωφίλη

Καὶ τὰ ὄνειρα πολλὲς φορές, σ’ ἕναν ἀπὸ παιδεύγου
πρίκες καὶ πάθη, τά ’χουσι νὰ τὄρθου σημαδεύγου·
καὶ γροίκησε ἕνα πού ’χα δεῖ τούτη τὴν περασμένη
νύκτα, νὰ μείνεις μετὰ μὲ περίσσα πρικαμένη. Συνεχίστε τὴν ἀνάγνωση τοῦ “Γεώργιος Χορτάτσης, Ἐρωφίλη”

Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης, Τό κυνήγι

Τὸ κυνήγι

ρωτοῆρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν κόσμο τοῦ κυνηγιοῦ στὸ χωριὸ τῆς μητέρας του. Στὸ χωριὸ αὐτὸ πέρασε μερικὰ ἀπὸ τὰ πιὸ ὄμορφα καλοκαίρια τῶν παιδικῶν του χρόνων. Πέρα ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ἀγάπη τοῦ παπποῦ καὶ τῆς γιαγιᾶς, ποὺ τὸν ἔκανε νὰ νιώσει ἀσφάλεια καὶ σιγουριά, τὸ χωριὸ ―μιὰ ἀρμαθιὰ σπίτια στὴ μέση του θεσσαλικοῦ κάμπου― ὑπῆρξε γι’ αὐτόν, ποὺ ἦταν ἕνα παιδὶ τῆς πόλης, τόπος διαρκοῦς μύησης σὲ πράγματα ἄγνωστα καὶ σὲ καταστάσεις πρωτόγνωρες.
]]]]]Τὰ παιδιὰ τοῦ χωριοῦ τὰ θαύμαζε γιὰ τὸ δυναμισμό τους, τὸν πολυμήχανο χαρακτήρα τους καὶ τὴν ἱκανότητά τους νὰ τὰ βγάζουν πέρα μὲ ὅ,τι καταπιάνονταν. Ὁδηγοῦσαν ποδήλατα, μοτοσακὰ καὶ τρακτέρ. Κουβαλοῦσαν βαριοὺς σωλῆνες στοὺς ἡλιοκαμένους ὤμους τους καὶ χειρίζονταν μὲ ἄνεση τὸ κυνηγετικὸ ὅπλο ἢ τὴ σφεντόνα. Γι’ αὐτὸ ἦταν ἕτοιμος νὰ τὰ ἀκολουθήσει παντοῦ. Κι ἐκεῖνα ὅμως τὸν ἀποδέχονταν. Ἦταν τὸ παιδὶ ποὺ ἐρχόταν ἀπ’ τὴν πόλη, ἀπέξω. Ἕνα εἶδος ἀνανέωσης, φρέσκου ἀέρα, χωρὶς νὰ διεκδικεῖ κάτι ἀπ’ τὰ κεκτημένα τους, λόγω τοῦ προσωρινοῦ τῆς διαμονῆς του ἐκεῖ.  Τὰ κατορθώματά τους ἄλλωστε ἀποκτοῦσαν στὰ μάτια του ἰδιαίτερο κῦρος.
]]]]]Κοντά τους ἔμαθε ποδήλατο. Σ’ ἐκεῖνα τὰ παλιὰ μεγάλα ποδήλατα ποὺ κάναν μεσοπεταλιά, γιατὶ δὲ φτάναν τὰ πόδια τους τὰ πεντάλ. Κολύμπησε γυμνὸς σὲ ἐπικίνδυνα ποτιστικὰ κανάλια γεμάτα λάσπη καὶ φυτοφάρμακα καὶ τοὺς ἀκολούθησε σὲ περιπετειώδη νυχτερινὰ κυνήγια. Σὲ ὅλες τὶς δραστηριότητες προσαρμόστηκε γρήγορα, βελτιώθηκε κι ὁρισμένες φορὲς τὰ κατάφερε καλύτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἡ μόνη δραστηριότητα ποὺ ὑστεροῦσε σταθερὰ ἦταν τὸ κυνήγι. Φοβόταν τὸ θήραμα περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι τὸν φοβόταν ἐκεῖνο. Μάταια ὁ παπποῦς προσπαθοῦσε νὰ τοῦ ἐμφυσήσει θάρρος λέγοντάς του ὅτι, ἂν δὲν μπορεῖ νὰ σκοτώσει ἕνα πουλί, πῶς θὰ σκοτώσει στὸν πόλεμο καμιὰ φορὰ ἄνθρωπο; Ἤθελε νὰ ἀνταποκριθεῖ, ἔκανε φιλότιμες προσπάθειες, ἀλλὰ δὲν μποροῦσε. Ἦταν κάτι ἀσύμβατο μὲ τὴ φύση του. Στὴν ἀρχὴ τὰ παιδιὰ τοῦ ἔδιναν τὸ φακὸ νὰ αἰφνιδιάζει καὶ νὰ τυφλώνει τὰ πουλιὰ κι οἱ ἄλλοι μὲ ξύλα νὰ τὰ χτυπᾶνε στὰ κλαδιὰ ποὺ κούρνιαζαν καὶ νὰ τὰ σκοτώνουν. Ἔφεγγε στὸ κενὸ καὶ ἡ ἐπιχείρηση ἀτυχοῦσε. Μετὰ τοῦ ἐμπιστεύτηκαν τὰ πουλιὰ ποὺ ἔπιαναν ζωντανά. Μὲ τὸ πρῶτο σκίρτημά τους, ἔτσι ποὺ τὰ ’νιῶθε ζεστὰ στὴ χούφτα του, ἄνοιγε τὰ χέρια καὶ τοῦ ἔφευγαν. Κι ἐπειδὴ τὸ κυνήγι ἦταν ἕνας κατεξοχὴν τομέας ἀνάδειξης ἀνδρείας καὶ δεξιότητας σιγὰ-σιγὰ ἔχασε τὸ κῦρος του καὶ τὰ παιδιὰ δὲν τὸν ἤθελαν οὔτε γιὰ παρέα στὶς βραδινές τους ἐξορμήσεις. Παρέμενε τότε στὸ σπίτι καὶ κουβέντιαζε μὲ τὸν παπποῦ.
]]]]]Μὲ τὸ κυνήγι ἦρθε πάλι ἀντιμέτωπος στὸ Πανεπιστήμιο. Πρωτοετὴς φοιτητὴς στὰ Γιάννενα ἀπέκτησε ἕνα φίλο ντόπιο, τὸν Κώστα, μὲ τὸν ὁποῖο εἶχαν πολλὰ κοινὰ καὶ κάναν  παρέα. Γιὰ κακή του τύχη, ὅμως, ἐκεῖνος εἶχε ἐμμονὴ στὸ κυνήγι. Στὴν ταράτσα τοῦ σπιτιοῦ του μεγάλωνε ἕνα κυνηγόσκυλο. Εἶχε βγάλει ἄδεια καὶ εἶχε ἀγοράσει μιὰ πανάκριβη ἐπαναληπτικὴ καραμπίνα.  Συνεχῶς τὸν παρότρυνε: «Πᾶμε γιὰ κυνήγι, θὰ περάσουμε καλά! Ἀνεβαίνει ἡ ἀδρεναλίνη στὸ κατακόρυφο». Ἀπ’ τὰ πολλὰ ὑποχώρησε. Ὁ φίλος του τὸν ἐφοδίασε μὲ ἕνα ἀεροβόλο νὰ μὴν ἔχει τὰ χέρια ἄδεια καὶ ξεκίνησαν.
]]]]]Περιφέρονταν σὲ χωράφια καὶ πλαγιὲς γιὰ ὧρες χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ξαφνικὰ ὁ Κώστας σημάδεψε στὸν ἀέρα καὶ πυροβόλησε. «Τὸ πέτυχα!», κραύγασε μὲ ἐνθουσιασμό, καὶ κινήθηκε γρήγορα ἀριστερά. Εἶδαν ἕνα πουλὶ στὸ χῶμα νὰ τινάζεται, νὰ προσπαθεῖ νὰ πετάξει καὶ νὰ πέφτει.
]]]]]«Ρίξ’ του!», φώναξε πάλι. «Θὰ μᾶς φύγει στοὺς θάμνους». Ἐκεῖνος ὑπάκουσε. Σημάδεψε, ἀλλὰ ἀστόχησε.
]]]]]Ἔφτασαν κοντά. Τὸ πουλὶ συνέχισε νὰ σπαρταράει. Ἡ μιὰ φτερούγα του ἦταν ἐντελῶς σπασμένη καὶ κλωθογύριζε γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του προσπαθῶντας νὰ ἰσορροπήσει. Τοὺς κοίταζε μὲ μάτια γεμάτα φόβο κι ἀπόγνωση. Οἱ χτύποι τῆς καρδιᾶς του τράνταζαν τὸ στῆθος του κι ἀνασήκωναν τὸ χνούδι τῆς τραχηλιᾶς του. Ὁ Κώστας τὸ πλησίασε καὶ τὸ ἔπνιξε μὲ τὴν ἄκρη τῆς κάνης.
]]]]]«Πᾶμε νὰ φύγουμε…», εἶπε.
]]]]]«Δὲ θὰ τὸ πάρεις;», τὸν ρώτησε.
]]]]]«Τί λές;», ἀπάντησε ἐκεῖνος. «Θὰ βροῦμε κανένα μπελᾶ! Ἀπαγορεύεται νὰ σκοτώνεις περιστέρια».
]]]]]Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἔπαψε νὰ τὸν θεωρεῖ φίλο. Μὲ διάφορες δικαιολογίες σιγά-σιγὰ ἀπομακρύνθηκε. Ὅλο καὶ πιὸ συχνά, ὅμως, συνειδητοποιοῦσε ὅτι τὸ παιχνίδι τῆς ζωῆς εἶναι ἕνα παιχνίδι κυνηγοῦ καὶ θηράματος καὶ οἱ ρόλοι διαρκῶς ἐναλλάσσονται. Ἐκεῖνος βέβαια δὲν ἔγινε ποτὲ καλὸς κυνηγός. Τουφέκισε πολλάκις καὶ πολλάκις ἀστόχησε. Στὸ κυνήγι τῶν γυναικῶν, ἐρωτεύτηκε τὸ πρῶτο τραυματισμένο πουλάκι ποὺ κούρνιασε στὴν ἀγκαλιά του ζητῶντας παρηγοριὰ καὶ βοήθεια, τὸ ὁποῖο, ὅταν συνῆλθε κάπως,  ἄνοιξε τὰ φτερά του καὶ πέταξε μακριά. Στὸ κυνήγι τῆς δουλειᾶς καὶ τῆς καριέρας κατάφερε, πλάνητας κι ἀνέστιος, περιφερόμενος χρόνια ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριὸ ὡς καθηγητὴς γυμνασίου, νὰ νιώθει ὅλο καὶ περισσότερο συγγένεια μὲ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ. Μιὰ αἴσθηση ποὺ φώλιασε βαθιὰ μέσα του γιὰ πρώτη φορὰ κοιτάζοντας τὰ τρομαγμένα μάτια τῆς ἀπόγνωσης ἐκείνου τοῦ πουλιοῦ ποὺ ξεψυχοῦσε. Μάτια ποὺ μοιάζαν πολύ, τελικά, ὅπως διαπίστωσε ἀργότερα, μὲ τὰ μάτια τοῦ παπποῦ καὶ τοῦ πατέρα του, ὅταν τοὺς σημάδεψε στὴ φτερούγα ὁ μεγάλος κυνηγός, ὁ ἑκηβόλος, ποὺ στοχεύει καὶ πυροβολεῖ κατὰ βούληση, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἀστοχεῖ.

Συνεχίστε τὴν ἀνάγνωση τοῦ “Ἀλέξανδρος Βαναργιώτης, Τό κυνήγι”

Λιάνα Σακελλίου, Ὅταν τά περιστέρια γρούζουν

Ὅταν τὰ περιστέρια γρούζουν

Ἀπ’ τὸ μπαλκόνι κοιτάζαμε
τὸν ἀκάλυπτο σιωπηλά.
Περιμέναμε νομίζω τὸν ἐρχομό τους.

Βρώμικα πουλιά, εἶπες
κι ἐγὼ ποὺ τὰ ἀγαποῦσα
ποὺ ζέσταινα τὰ αὐγά τους

τὰ ἄκουγα στὸν ὕπνο
νὰ ραμφίζονται
μετὰ νὰ ζευγαρώνουν.

Τὸ στῆθος προεξέχει ἔντονα
καὶ ἡ οὐρὰ ἀνοίγει, βεντάλια.
Ζοῦν καί σ’ αἰχμαλωσία, συμπλήρωσες.

Κοῖτα τὸ φῶς, πέφτει ἀνάμεσα
ρίχνει σκιὲς
στὰ μπαλκόνια

καταφτάνουν τότε
μὲ σπάνιους λευκὺς κομῆτες
καὶ γρούζουν.

Τὸ δεῖπνο κρυώνει
ἀποφεύγουμε στὸ κινητὸ
τὰ μηνύματα

ξεχνᾶμε ἀκόμη καὶ νὰ πᾶμε σινεμά
σιγὰ σιγὰ μᾶς μαλακώνει ἡ ἔκρηξη αὐτὴ
ἀπ’ τοὺς λαιμούς τους.

ΛΙΑΝΑ ΣΑΚΕΛΛΙΟΥ


Πηγή: Ἀδημοσίευτο.

Σωτήρης Γουνελᾶς, Τὸ πουλάκι

Τὸ πουλάκι

Κάτι μὲ τριγύριζε νὰ γράψω, μὰ διάβηκε σὰν τὸν ἀτμό, σὲ ἄλλο τόπο θαρρεῖς ἀόρατο, ἢ κάπου μέσα μου σὰν σὲ χοάνη, βυθίστηκε σὲ ὀμίχλη πυκνή· ἀπόμεινα ἀργός.

Συνεχίστε τὴν ἀνάγνωση τοῦ “Σωτήρης Γουνελᾶς, Τὸ πουλάκι”

Pedro Antonio de Alarcόn, Ἕνας χρόνος στή Σπιτσβέργη

]]]

Ἕνας χρόνος στὴ Σπιτσβέργη

Συνεχίστε τὴν ἀνάγνωση τοῦ “Pedro Antonio de Alarcόn, Ἕνας χρόνος στή Σπιτσβέργη”

Ἱερομόναχος Συμεών, Μέ ἱμάτιον μέλαν

Μὲ ἱμάτιον μέλαν

Τρέμει σύγκορμη
κιτρινοσουσουράδα
ἀκόμη τρέμει

Τοῦ Προφήτου Ἠλιοὺ 1994
Πρωὶ στὸ Κελλί

Συνεχίστε τὴν ἀνάγνωση τοῦ “Ἱερομόναχος Συμεών, Μέ ἱμάτιον μέλαν”